Μετάβαση στο περιεχόμενο

étaiement

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
étaiement étaiements

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

étaiement (fr) αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]