étrivière
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- étrivière < estrivière < étrier
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /et.ʁi.vjɛʁ/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| étrivière | étrivières |
étrivière (fr) θηλυκό
- λουρί, αναρτήρας που χρησιμεύει στη μεταφορά των σπιρουνιών
- raccourcir une étrivière - κονταίνω τον αναρτήρα
- il s’est fait des étrivières de corde - έφτιαξε αναρτήρες από σκοινί
- donner des coups d’étrivière - χτυπώ με τον αναρτήρα
- (παρωχημένο) πληθυντικός χτύπημα με αυτό το λουρί
- donner les étrivières - χτυπώ με τον αναρτήρα
- il a eu les étrivières - δέχτηκε χτυπήματα με τον αναρτήρα
- menacer quelqu’un des étrivières - απειλώ να χτυπήσω κάποιον με τον αναρτήρα
- (παρωχημένο) (μεταφορικά) (οικείο) κάθε κακή και εξευτελιστική συμπεριφορά
- il s’est laissé donner les étrivières - τον εξευτέλισαν
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
étrivière στη γαλλική Βικιπαίδεια
