évacuant

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

évacuant < évacuer

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό évacuant évacuants
θηλυκό évacuante évacuantes

évacuant (fr)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]