être en défaut

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

être en défautδείτε τις λέξεις: en και défaut

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.tʁ‿ɑ̃.de.fo/

Open book 01.svg Ρηματική έκφραση[επεξεργασία]

être en défaut (fr)

  1. κοντεύω να κάνω λάθος, να χάσω κάτι, να μπερδευτώ
    trouver, prendre, mettre quelqu’un en défaut
  2. με ανάλογο τρόπο, μπορεί κανείς να πει:
    sa mémoire est souvent en défaut
    son adresse paraissait en défaut
  3. (κυνήγι) χάνω τα ίχνη ενός θηράματος (μιλώντας για τους σκύλους)
    • les chiens sont en défaut, la bête les a mis en défaut

Αντώνυμα[επεξεργασία]

les chiens ont bien relevé le défaut — τα σκυλιά ξαναβρήκαν τα ίχνη