Μετάβαση στο περιεχόμενο

þyrping

Από Βικιλεξικό

Ισλανδικά (is)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
þyrping < þyrp(a) + ing. Πιθανώς συγγενεύει με το τύρβη

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈθɪr̥piŋk/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

þyrping θηλυκό (γενική ενικού þyrpingar, ονομαστική πληθυντικού þyrpingar)

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]