þyrping
Εμφάνιση
Ισλανδικά (is)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]þyrping θηλυκό (γενική ενικού þyrpingar, ονομαστική πληθυντικού þyrpingar)
- πλήθος, σμήνος, όχλος, συστάδα (ομάδα πραγμάτων ή ανθρώπων)
- ≈ συνώνυμα: flokkur, hópur, þröng, ös
- ※ απόσπασμα από έργο του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, μεταφρασμένο στα ισλανδικά
- ...og þegar komið var þangað,sem pílviðir nokkrir stóðu í þyrpingu við skógarjaðarinn,...
- ...και όταν έφτασαν σε ένα μέρος όπου αρκετές ιτιές βρίσκονταν σε μια συστάδα στην άκρη του δάσους...
- ...og þegar komið var þangað,sem pílviðir nokkrir stóðu í þyrpingu við skógarjaðarinn,...
Σύνθετα
[επεξεργασία]- mannþyrping (πλήθος ανθρώπων)