ĉarpent-
Εμφάνιση
(Ανακατεύθυνση από ĉarpent)
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ĉarpent- < γαλλική charpente
Ρίζα
[επεξεργασία]ĉarpent- (eo)
- ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: ξυλουργική
ĉarpent- (eo)