Μετάβαση στο περιεχόμενο

ĉel-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ĉel- < αγγλική cell

ĉel- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: κύτταρο

Παράγωγα

[επεξεργασία]