ĉinĉilo
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ĉinĉilo < ĉinĉil + -o < ισπανική chinchilla
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /t͡ʃin.ˈt͡ʃi.lo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ĉin‐ĉi‐lo
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ĉinĉilo | ĉinĉiloj |
| αιτιατική | ĉinĉilon | ĉinĉilojn |
ĉinĉilo (eo)
- (θηλαστικό ζώο) το τσιντσιλά
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- ĉinĉilo στην εσπεράντο Βικιπαίδεια
