Μετάβαση στο περιεχόμενο

ĉirpi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ĉirpi < ĉirp + -i
ρήμα ĉirpi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας ĉirpas ĉirpanta ĉirpata
αόριστος ĉirpis ĉirpinta ĉirpita
μέλλοντας ĉirpos ĉirponta ĉirpota
υποθετική ĉirpus - -
προστακτική ĉirpu - -

ĉirpi (eo)