ĝardeno

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ĝardeno < αγγλική garden, γερμανική Garten, γαλλική jardin, ιταλική giardino...

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ĝardeno ĝardenoj
αιτιατική ĝardenon ĝardenojn

ĝardeno (eo)