ĝirafo
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /d͡ʒi.ˈra.fo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ĝi‐ra‐fo
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ĝirafo | ĝirafoj |
| αιτιατική | ĝirafon | ĝirafojn |
ĝirafo (eo)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- ĝirafo στην εσπεράντο Βικιπαίδεια
