Μετάβαση στο περιεχόμενο

ĝustigi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ĝustigi < ĝust + -ig- + -i
ρήμα ĝustigi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας ĝustigas ĝustiganta ĝustigata
αόριστος ĝustigis ĝustiginta ĝustigita
μέλλοντας ĝustigos ĝustigonta ĝustigota
υποθετική ĝustigus - -
προστακτική ĝustigu - -

ĝustigi (eo)