łyżeczka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική łyżeczka łyżeczki
γενική łyżeczki łyżeczek
δοτική łyżeczce łyżeczkom
αιτιατική łyżecz łyżeczki
οργανική łyżecz łyżeczkami
τοπική łyżeczce łyżeczkach
κλητική łyżeczko łyżeczki

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

łyżeczka < υποκοριστικό από το łyżka

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

łyżeczka (pl) θηλυκό

  1. το κουταλάκι