światło

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

światło (pl) ουδέτερο

  1. το φως
  2. (κοινά, συνήθως στον πληθυντικό) το φανάρι, τα φανάρια

Συγγενικά

[επεξεργασία]

→ δείτε τη λέξη świecić