świt

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɕfʲit/
świt 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

świt (pl) αρσενικό

  1. η αυγή, το ξημέρωμα (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]