ŝaŝliko
Εμφάνιση
Εσπεράντο (eo)
[επεξεργασία]| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ŝaŝliko | ŝaŝlikoj |
| αιτιατική | ŝaŝlikon | ŝaŝlikojn |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʃaˈʃli.ko/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ŝa‐ŝli‐ko
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ŝaŝliko (eo)
- (γαστρονομία) το σασλίκ, το σάσλυκ