Μετάβαση στο περιεχόμενο

ŝarĝi

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ŝarĝi < ŝarĝ- + -i
ρήμα ŝarĝi
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας ŝarĝas ŝarĝanta ŝarĝata
αόριστος ŝarĝis ŝarĝinta ŝarĝita
μέλλοντας ŝarĝos ŝarĝonta ŝarĝota
υποθετική ŝarĝus - -
προστακτική ŝarĝu - -

ŝarĝi (eo)

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

sxargxi, sharghi, s'arg'i