Μετάβαση στο περιεχόμενο

ŝmiri

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ŝmiri < ŝmir- + -i
ρήμα ŝmiri
χρόνος μορφή ενεργητική
μετοχή
παθητική
μετοχή
ενεστώτας ŝmiras ŝmiranta ŝmirata
αόριστος ŝmiris ŝmirinta ŝmirita
μέλλοντας ŝmiros ŝmironta ŝmirota
υποθετική ŝmirus - -
προστακτική ŝmiru - -

ŝmiri (eo)

  1. λαδώνω, γρασάρω
  2. δωροδοκώ, « λαδώνω »

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

sxmiri, shmiri, s'miri