Μετάβαση στο περιεχόμενο

ŝrank-

Από Βικιλεξικό

Εσπεράντο (eo)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ŝrank- < γερμανική Schrank

ŝrank- (eo)

  • ρίζα λέξεων που σχετίζονται με την έννοια: ντουλάπα

Παράγωγα

[επεξεργασία]