şarapçı

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

şarapçı < şarap + -çı

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʃɑɾɑpˈt͡ʃɯ /

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

şarapçı

  1. άτομο που παράγει ή/και πουλάει κρασί
  2. άτομο που λατρεύει το κρασί
  3. κρασοκανάτας, μέθυσος, μπεκρής
     συνώνυμα: ayyaş, bekri, içkici, içici

Κλίση[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]