Μετάβαση στο περιεχόμενο

šľachta

Από Βικιλεξικό

Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η σλοβακική Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
šľachta < παλαιά άνω γερμανική slahte, slaht (γενιά, γένος, προέλευση) < slahan, slahen (χτυπάω, βαράω) (> γερμανική schlagen)[1]. Παραβάλετε γερμανική Geschlecht.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈʃʎa.xta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: šľachta

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

šľachta (sk) θηλυκό

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Králik, Ľubor (2019) Stručný etymologický slovník slovenčiny. Druhé, opravené vzdanie. Bratislava : Veda; Jazykovedný ústav Ľudovíta Štúra SAV. 702 strán. [Κράλικ, Λιούμπορ. Σύντομο ετυμολογικό λεξικό της σλοβακικής. Δεύτερη, αναθεωρημένη έκδοση. Μπρατισλάβα : Επιστήμη· Ίδρυμα γλωσσολογίας Λιούντοβιτ Στουρ ΣΑΕ. 702 σελίδες.] (στα σλοβακικά) →ISBN 978-80-224-1767-9
  • šľachta - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025