Μετάβαση στο περιεχόμενο

Άλωρος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Ἄλωρος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Άλωρος
      γενική της Αλώρου
    αιτιατική την Άλωρο
     κλητική Άλωρε
Κατηγορία όπως «άμπελος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Άλωρος < ελληνιστική κοινή Ἄλωρος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈa.lo.ɾos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Άλωρος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Άλωρος θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. αρχαία πόλη της Μακεδονίας
  2. χωριό της Πέλλας
     συνώνυμα: Ρούδινος (πρώην ονομασία)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]