Άνδεις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι Άνδεις
      γενική των Άνδεων
    αιτιατική τις Άνδεις
     κλητική Άνδεις
όπως «λύση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
οι Άνδεις

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Άνδεις < ισπανική Andes < κέτσουα andi (ψηλή ράχη)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Άνδεις θηλυκό, μόνο στον πληθυντικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]