Ίσπογλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Ίσπογλου | οι | Ίσπογλοι & Ισπογλαίοι |
οι | Ίσπογλου |
| γενική | του/της | Ίσπογλου | των | Ίσπογλων & Ισπογλαίων |
των | Ίσπογλου |
| αιτιατική | τον/την | Ίσπογλου | τους | Ίσπογλους & Ισπογλαίους |
τους/τις | Ίσπογλου |
| κλητική | Ίσπογλου | Ίσπογλοι & Ισπογλαίοι |
Ίσπογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ίσπογλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ίσπογλου αρσενικό ή θηλυκό