Αγγειόσπερμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Αγγειόσπερμα
      γενική των Αγγειοσπέρμων
& Αγγειόσπερμων
    αιτιατική τα Αγγειόσπερμα
     κλητική Αγγειόσπερμα
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Σχηματική παρουσίαση του αγγειόσπερμου φυτού

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Αγγειόσπερμα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αγγειόσπερμος < αγγειό- + σπέρμ(α) + -ος, λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη διαγλωσσική ορολογία Angiospermae

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Αγγειόσπερμα ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]