Αγγλοαμερικάνα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Αγγλοαμερικάνα | οι | Αγγλοαμερικάνες |
| γενική | της | Αγγλοαμερικάνας | — | |
| αιτιατική | την | Αγγλοαμερικάνα | τις | Αγγλοαμερικάνες |
| κλητική | Αγγλοαμερικάνα | Αγγλοαμερικάνες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Αγγλοαμερικάνα < Αγγλοαμερικάν(ος) + -α
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aŋ.glo.a.me.ɾiˈka.na/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Αγ‐γλο‐α‐με‐ρι‐κά‐να
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Αγγλοαμερικάνα θηλυκό
- (εθνικό όνομα, οικείο) θηλυκό του Αγγλοαμερικάνος, άλλη μορφή του Αγγλοαμερικανή
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] Αγγλοαμερικάνα
|
θηλυκό του Αγγλοαμερικανή |
Πηγές
[επεξεργασία]- Αγγλοαμερικανός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)