Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αλάμπορο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το Αλάμπορο
      γενική του Αλάμπορου
    αιτιατική το Αλάμπορο
     κλητική Αλάμπορο
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Αλάμπορο < σλαβικής προέλευσης Алабор Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈla.bo.ɾo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Αλάμπορο

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Αλάμπορο ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ 195 Α, 31 Ιουλίου 1953