Αλήμογλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Αλήμογλου | οι | Αλήμογλοι & Αλημογλαίοι |
οι | Αλήμογλου |
| γενική | του/της | Αλήμογλου | των | Αλήμογλων & Αλημογλαίων |
των | Αλήμογλου |
| αιτιατική | τον/την | Αλήμογλου | τους | Αλήμογλους & Αλημογλαίους |
τους/τις | Αλήμογλου |
| κλητική | Αλήμογλου | Αλήμογλοι & Αλημογλαίοι |
Αλήμογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Αλήμογλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Αλήμογλου αρσενικό ή θηλυκό