Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αλημπάμπογλου

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     2ος πληθυντικός  
κοινού γένους αρσενικό κοινού γένους
ονομαστική ο/η Αλημπάμπογλου οι Αλημπάμπογλοι
& Αλημπαμπογλαίοι
οι Αλημπάμπογλου
      γενική του/της Αλημπάμπογλου των Αλημπάμπογλων
& Αλημπαμπογλαίων
των Αλημπάμπογλου
    αιτιατική τον/την Αλημπάμπογλου τους Αλημπάμπογλους
& Αλημπαμπογλαίους
τους/τις Αλημπάμπογλου
     κλητική Αλημπάμπογλου Αλημπάμπογλοι
& Αλημπαμπογλαίοι
Αλημπάμπογλου
Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό.
Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Αλημπάμπογλου < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Αλημπάμπογλου αρσενικό ή θηλυκό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]