Αμορός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Αμορός | οι | Αμοροί |
| γενική | του | Αμορού | των | Αμορών |
| αιτιατική | τον | Αμορό | τους | Αμορούς |
| κλητική | Αμορέ | Αμοροί | ||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Σολωμός (κλίση: ναός)» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Αμορός < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Αμορός αρσενικό ή θηλυκό