Αντάντ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Αντάντ < απροσάρμοστο λόγιο δάνειο από τη γαλλική Entente Cordiale < entente + cordiale (εγκάρδια συνεννόηση)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /anˈtant/ (κατά τη γαλλική προφορά ΔΦΑ : /ɑ̃.tɑ̃t/)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Αν‐τάντ
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Αντάντ θηλυκό άκλιτο
- (ιστορία) διπλωματικός όρος κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα με τον οποίο δηλώνονταν διάφορες διπλωματικές συμφωνίες και συμμαχίες