Αντιφάλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Αντιφάλου < γενική ενικού του αρσενικού Αντίφαλος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Αντιφάλου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Αντίφαλος)
Αντιφάλου θηλυκό άκλιτο (αρσενικό Αντίφαλος)