Αξιάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο Αξιάρης οι Αξιάρηδες
γενική του Αξιάρη των Αξιάρηδων
αιτιατική τον Αξιάρη τους Αξιάρηδες
κλητική Αξιάρη Αξιάρηδες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Αξιάρης < + -άρης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Αξιάρης αρσενικό