αποκέντρωση
Εμφάνιση
(Ανακατεύθυνση από Αποκέντρωση)
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αποκέντρωση | οι | αποκεντρώσεις |
| γενική | της | αποκέντρωσης* | των | αποκεντρώσεων |
| αιτιατική | την | αποκέντρωση | τις | αποκεντρώσεις |
| κλητική | αποκέντρωση | αποκεντρώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αποκεντρώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αποκέντρωση < αποκεντρώνω + -ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αποκέντρωση θηλυκό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αποκεντρώνω (απομακρύνω, αφαιρώ από το κέντρο διάφορες εξουσίες, αρμοδιότητες, δραστηριότητες και τις μεταφέρω στην περιφέρεια)
η διοικητική αποκέντρωση θα συμβάλει στη μείωση της γραφειοκρατίας
η τόνωση της πνευματικής και καλλιτεχνικής ζωής στην επαρχία δημιουργεί την ανάγκη πλατιάς πολιτιστικής αποκέντρωσης- ※ Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Οικονομικών, ρυθμίζονται θέματα που αφορούν στη βεβαίωση εσόδων, στην ανάληψη υποχρεώσεων, στην έκδοση χρηματικών ενταλμάτων, στην ευθύνη και στον καταλογισμό σε βάρος των προσώπων που τα εκδίδουν και τα προσυπογράφουν, στη διαδικασία και το περιεχόμενο του ελέγχου των χρηματικών ενταλμάτων, στη χρηματική διαχείριση της ταμειακής υπηρεσίας, στη λογοδοσία των υπαλλήλων που ασκούν καθήκοντα ταμία (Νόμος 3852/2010, Άρθρο 268)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τις λέξεις αποκεντρώνω και κέντρο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αποκέντρωση