Απρίλης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Απρίλης Απρίληδες
γενική Απρίλη Απρίληδων
αιτιατική Απρίλη Απρίληδες
κλητική Απρίλη Απρίληδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Απρίλης < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Κύριο όνομα[]

Απρίλης αρσενικό

  1. (λαϊκό ή λογοτεχνικό) Απρίλιος
    Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε. (Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Β', απόσπασμα 2)
  2. (στον πληθυντικό) για να δηλωθεί η νεαρή ηλικία
    23 Απρίληδες τη νιότη σου βαραίνουν (τραγούδι της Μαρινέλλας σε στίχους Τηλιακού Σέβη)

32πχ Μεταφράσεις[]