Αρλ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Αρλ < Arles < Arelate, κελτικής προέλευσης (τόπος δίπλα σε έλος)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Αρλ θηλυκό άκλιτο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • Αρλ στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια
  • Arles στη γαλλόγλωσση Βικιπαίδεια Άρθρο στη γαλλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]