Αρμπός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Αρμπός | οι | Αρμποί |
| γενική | του | Αρμπού | των | Αρμπών |
| αιτιατική | τον | Αρμπό | τους | Αρμπούς |
| κλητική | Αρμπέ | Αρμποί | ||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Σολωμός (κλίση: ναός)» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Αρμπός < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Αρμπός αρσενικό