Ασάφογλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Ασάφογλου | οι | Ασάφογλοι & Ασαφογλαίοι |
οι | Ασάφογλου |
| γενική | του/της | Ασάφογλου | των | Ασάφογλων & Ασαφογλαίων |
των | Ασάφογλου |
| αιτιατική | τον/την | Ασάφογλου | τους | Ασάφογλους & Ασαφογλαίους |
τους/τις | Ασάφογλου |
| κλητική | Ασάφογλου | Ασάφογλοι & Ασαφογλαίοι |
Ασάφογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Ασάφογλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Ασάφογλου αρσενικό ή θηλυκό