Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αυνάν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Αυνάν < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Αὐνάν

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /avˈnan/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Αυνάν

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Αυνάν αρσενικό άκλιτο

  • βιβλικό ανδρικό όνομα
      Κάποτε, σε μυθιστόρημα συγγραφέα που δε θυμάται το όνομά του, είχε διαβάσει τη φράση «Τελικά ο Αυνάν ήταν αυτάρκης». Τον είχε εντυπωσιάσει τότε η φράση εκείνη. Μπορεί και να του απενοχοποιούσε εφηβικές παρασπονδίες. (Μάνος Κοντολέων, Κόντρα ρόλος, εκδ. Πατάκης, 2025)

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • Ονόματα Ελλήνων και Ξένων από την Ιστορία μας, Ευάγγελος Κυτίνος, Αθήνα, 2020, εκδ. Λεωνίδας Νταλαμάγκας, ISBN: 978-618-83497-5-9