Αυστριακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: αυστριακός

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Αυστριακός οι Αυστριακοί
      γενική του Αυστριακού των Αυστριακών
    αιτιατική τον Αυστριακό τους Αυστριακούς
     κλητική Αυστριακέ Αυστριακοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Αυστριακός < Αυστρί(α) + -ακός (μαρτυρείται από το 1728)[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /af.stɾi.aˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Αυ‐στρι‐α‐κός

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Αυστριακός αρσενικό (θηλυκό Αυστριακή)

  1. (εθνικό όνομα) αυτός που κατάγεται από την Αυστρία ή έχει αυστριακή υπηκοότητα
    ※ Μετά την αποτυχία των επαναστάσεων του 1848-49 στα περισσότερα κράτη της Ιταλίας εφαρμόστηκαν κατασταλτικά μέτρα από απολυταρχικές κυβερνήσεις, οι οποίες, με τη στήριξη της Αυστρίας, ακύρωσαν τις φιλελεύθερες παραχωρήσεις που είχαν προηγηθεί. Οι Αυστριακοί ενίσχυσαν την παρουσία τους με στρατιωτικές φρουρές σε διάφορα κράτη της Ιταλικής Χερσονήσου, εκτός του Βασιλείου της Σαρδηνίας και του Βασιλείου των Δύο Σικελιών.
    Γεράσιμος Παγκράτης, Η δεκαετία της προετοιμασίας (1849-59) και η επίτευξη της ιταλικής ενοποίησης. Στο Γεράσιμος Παγκράτης, Ιστορία της Ιταλίας, Αθήνα: Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις. κεφ 11, 2015.
  2. (μεταφορικά, αθλητισμός) παρατσούκλι του φίλαθλου που υποστηρίζει τον Ολυμπιακό Βόλου

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)