Αφορόζη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Αφορόζη < γενική ενικού του αρσενικού Αφορόζης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Αφορόζη θηλυκό (αρσενικό Αφορόζης)
Αφορόζη θηλυκό (αρσενικό Αφορόζης)