Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αἰήτας

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
δωρική κλίση
 πτώσεις       ενικός      
Αῐήτᾱ-
ονομαστική Αἰήτᾱς
      γενική τῶ Αἰήτ
      δοτική τῷ Αἰήτ
    αιτιατική τὸν Αἰήτᾱν
     κλητική ! Αἰήτ
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Αἰήτας < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *Aiwā́tās. Παραβάλετε μυκηναϊκή 𐁁𐀷𐀲 (a3-wa-ta)[1]. Συνδέεται με το αἰητός.

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Αἰήτας, -ᾱ αρσενικό

  • δωρικός τύπος του Αἰήτης, ανδρικό όνομα
      6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Πυθιονίκαις, 4. Ἀρκεσιλάῳ Κυρηναίῳ ἅρματι, 11
    αὶ τὸ Μηδείας ἔπος ἀγκομίσαι | ἑβδόμᾳ καὶ σὺν δεκάτᾳ γενεᾷ Θή- | ραιον, Αἰήτα τό ποτε ζαμενής | παῖς ἀπέπνευσ᾽ ἀθανάτου στόματος, δέσ- | ποινα Κόλχων.
    Και της Μήδειας τα λόγια θα τελούσε, | στην έβδομη και δέκατη γενιά, λόγια | που κάποτε στη Θήρα έβγαλε απ᾽ το αθάνατό της στόμα | του Αιήτη η κόρη η τολμηρή και δέσποινα των Κόλχων.
    Μετάφραση (1994): Ιωάννης Οικονομίδης, Ηράκλειο: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη @greeklanguage.gr
      6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Πυθιονίκαις, 4. Ἀρκεσιλάῳ Κυρηναίῳ ἅρματι, 160
    κέλεται γὰρ ἑὰν ψυχὰν κομίξαι | Φρίξος ἐλθόντας πρὸς Αἰήτα θαλάμους | δέρμα τε κριοῦ βαθύμαλλον ἄγειν, | τῷ ποτ᾽ ἐκ πόντου σαώθη | ἔκ τε ματρυιᾶς ἀθέων βελέων.
    Γιατί προστάζει ο Φρίξος την ψυχή του | να πάρουμε απ᾽ τα δώματα του Αιήτη | και το βαθύμαλλο το δέρμα | να φέρουμε εδώ πέρα του κριαριού, | που κάποτε τον έσωσε απ᾽ το κύμα | κι απ᾽ της μητριάς του τ᾽ άθεα όπλα.
    Μετάφραση (1994): Ιωάννης Οικονομίδης, Ηράκλειο: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη @greeklanguage.gr
      6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Πυθιονίκαις, 4. Ἀρκεσιλάῳ Κυρηναίῳ ἅρματι, 213
    ἐς Φᾶσιν δ᾽ ἔπειτεν | ἤλυθον, ἔνθα κελαινώπεσσι Κόλχοισιν βίαν | μεῖξαν Αἰήτᾳ παρ᾽ αὐτῷ.
    Έπειτα φτάσανε στον Φάση, | όπου αναμετρήθηκαν με τους Κόλχους | τους φοβερούς μπροστά στον ίδιο τον Αιήτη.
    Μετάφραση (1994): Ιωάννης Οικονομίδης, Ηράκλειο: Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη @greeklanguage.gr
      6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Πυθιονίκαις, 4. Ἀρκεσιλάῳ Κυρηναίῳ ἅρματι, 223
    ἀλλ᾽ ὅτ᾽ Αἰήτας ἀδαμάντινον ἐν μέσ- [επωδ. ι] | σοις ἄροτρον σκίμψατο | καὶ βόας, οἳ φλόγ᾽ ἀπὸ ξαν- | θᾶν γενύων πνέον καιομένοιο πυρός, | χαλκέαις δ᾽ ὁπλαῖς ἀράσσεσκον χθόν᾽ ἀμειβόμενοι | τοὺς ἀγαγὼν ζεύγλᾳ πέλασσεν μοῦνος.
    Κι όταν ο Αιήτης έστησε στη μέση [επωδ. ι] | το διαμαντένιο αλέτρι και τα βόδια | που απ᾽ τα ξανθά σαγόνια τους πετούσαν φλόγες | από φωτιά αστραφτερή και, πότε το ένα πότε το άλλο, | βροντοχτυπούσανε τη γη με τις χαλκές οπλές τους, | αυτός τραβώντας τα μόνος τούς φόρεσε τη ζεύγλα.
    Μετάφραση (2004): Ιωάννης Οικονομίδης, Αθήνα: Εταιρεία Ελληνικών Τυπογραφικών Στοιχείων @greeklanguage.gr
      6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Πυθιονίκαις, 4. Ἀρκεσιλάῳ Κυρηναίῳ ἅρματι, 238
    σπασσάμενος δ᾽ ἄροτρον, βοέους δήσαις ἀνάγκᾳ | ἔντεσιν αὐχένας ἐμβάλλων τ᾽ ἐριπλεύρῳ φυᾷ | κέντρον αἰανὲς βιατὰς | ἐξεπόνησ᾽ ἐπιτακτὸν ἀνήρ | μέτρον. ἴυξεν δ᾽ ἀφωνήτῳ περ ἔμπας ἄχει | δύνασιν Αἰήτας ἀγασθείς.
    Τράβηξε πάνω το αλέτρι κι έβαλε στους αυχένες | τους βοδινούς το σύνεργο να τους κρατάει γερά | και τη βουκέντρα μπήγοντας αδιάκοπα στα στιβαρά πλευρά τους | ο άντρας ο χεροδύναμος ξετέλεψε το έργο | που του είχε οριστεί. | Έσυρε ο Αιήτης άναρθρη κραυγή από τη θλίψη, | θαυμάζοντας την αντρειοσύνη,
    Μετάφραση (2004): Ιωάννης Οικονομίδης, Αθήνα: Εταιρεία Ελληνικών Τυπογραφικών Στοιχείων @greeklanguage.gr

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Αἰήτης -  Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).