Αἰθίοψ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Αἰθίοψ < αἴθω + ὄψ (ὄψις)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Αἰθίοψ αρσενικό (θηλυκό: Αἰθιοπίς)

  1. ο Αιθίοπας
  2. είδος ψαριού
  3. (ως επίθετο) αιθιοπικός
     συνώνυμα: Αἰθιόπιος, Αἰθιοπικός
  4. (ως επίθετο) καστανοκόκκινος