Αἴσωπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός
Ονομαστική Αἴσωπος
Γενική Αἴσωπου
Δοτική Αἴσωπ
Αιτιατική Αἴσωπον
Κλητική Αἴσωπε

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Αἴσωπος < Αἶσα / αἶσα (μοίρα, πεπρωμένο) + ὤψ (< πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₃okʷ- / *h₃ekʷ-)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Αἴσωπος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. (μυθολογία) (ιστορία) ο μυθοποιός Αίσωπος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]