Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αὐγαία

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δε μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Αὐγαί
      γενική τῆς Αὐγαίᾱς
      δοτική τῇ Αὐγαί
    αιτιατική τὴν Αὐγαίᾱν
     κλητική ! Αὐγαί
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Αὐγαία < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Αὐγαία θηλυκό, μόνο στον ενικό