Μετάβαση στο περιεχόμενο

Αὐτόδικος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αὐτόδικος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Αὐτόδικος οἱ Αὐτόδικοι
      γενική τοῦ Αὐτοδίκου τῶν Αὐτοδίκων
      δοτική τῷ Αὐτοδίκ τοῖς Αὐτοδίκοις
    αιτιατική τὸν Αὐτόδικον τοὺς Αὐτοδίκους
     κλητική ! Αὐτόδικε Αὐτόδικοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Αὐτοδίκω
γεν-δοτ τοῖν  Αὐτοδίκοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'θρίαμβος' όπως «θρίαμβος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Αὐτόδικος < αὐτό- + -δικος (δίκη)

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Αὐτόδικος αρσενικό