Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βάντσιας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Βάντσιας οι Βάντσιες
& Βαντσιέηδες
      γενική του Βάντσια των
Βαντσιέηδων
    αιτιατική τον Βάντσια τους Βάντσιες
& Βαντσιέηδες
     κλητική Βάντσια Βάντσιες
& Βαντσιέηδες
Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη.
Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι.
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Βάντσιας < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Βάντσιας αρσενικό (θηλυκό Βάντσια)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]