Βάσω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | Βάσω | ||
| γενική | της | Βάσως | ||
| αιτιατική | τη | Βάσω | ||
| κλητική | Βάσω | |||
| Ο πληθυντικός σε -ες είναι σπάνιος. | ||||
| Κατηγορία όπως «τρελέγκω» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Βάσω < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Βάσω θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]Μεταγραφές
[επεξεργασία]- λατινικοί χαρακτήρες: Váso
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τρελέγκω' χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς πληθυντικό (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες - ονόματα (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Χαϊδευτικά γυναικεία ονόματα (νέα ελληνικά)
- Χαϊδευτικά ονόματα (νέα ελληνικά)
- Γυναικεία ονόματα με επίθημα -ω (νέα ελληνικά)
- Γυναικεία ονόματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)