Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βήσαζε

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Βήσαζε < Βῆσα + -ζε

Επίρρημα

[επεξεργασία]

Βήσαζε