Βίγλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- Βίγλα < βίγλα
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Βίγλα θηλυκό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Βίγλα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- Βίγλα < γενική ενικού του ανδρικού Βίγλας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Βίγλα θηλυκό (αρσενικό Βίγλας)